Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2007

ΤΟΣΤ ΤΖΑΜΠΟΝ

Μια υπόθεση του ντετέκτιβ Ξ. Σαρχίδη

Ο ντετέκτιβ Ξ. Σαρχίδης άφησε την καύτρα του τσιγάρου να του λερώσει το χρόνια άπλυτο leave ice τζιν. Καταβρόχθισε την τελευταία μπουκιά από το πρωινό του τοστ και ξέπλυνε το στόμα του με μια τελευταία γουλιά ουίσκι. Το πρωινό τοστ φτιαγμένο με τη φθηνότερη χοιρινή ωμοπλάτη της αγοράς (γνωστής και ως τζαμπόν) ήταν μια από τις ελάχιστες ιεροτελεστίες που ο Ντετέκτιβ Ξ. Σαρχίδης επέτρεπε στον εαυτό του. Ο διασχημότερος συγγραφέας ντετέκτιβ της Αθήνας πάτησε το λιγδιασμένο κουμπί του τηλεκοντρόλ και η μόλις ελαχίστων ιντσών τηλεόραση, αποκάλυψε ένα από τα copy-paste πρωινά ντουέτα ηλιθίων που καλούν πολιτικούς για να τους βρίσουν και διαβάζουν εξώφυλλα εφημερίδων δείχνοντας ένα - ένα τα γράμματα με το στυλό.

Έκλεισε την τηλεόραση και ακούμπησε το τηλεκοντρόλ πάνω σε ένα αντίτυπο του τελευταίου του βιβλίου. Στο "Η Μαύρη Χάλια" που είχε πουλήσει μόλις δύο αντίτυπα στα αθηναϊκά βιβλιοπωλεία, ο Σαρχίδης εξιστορούσε την εξιχνίαση της δολοφονίας μιας μάλλον άσχημης σχεδιάστριας μόδας από τη Γκαμπόν. Η παρουσίαση είχε γίνει στο βιβλιοπωλείο Ελευθερου-Δάκη που είχε ανοίξει γνωστός τραγουδιστής μετά την αποφυλάκισή του. Παρούσα ήταν μόνο η ηλικιωμένη Κυρία Σαρχίδη μητέρα του συγγραφέα-ντετέκτιβ και η τότε ερωμένη του, βορειοαμερικανή μοντέλα Cindy Recorder.

"Μεγάλες μέρες", σκέφτηκε ο Σαρχίδης και χρησιμοποιώντας το ετοιμοθάνατο τσιγάρο του άναψε το επόμενο. Η τελευταία δολοφονία που είχε εξιχνιάσει πριν μείνει ολοκληρωτικά άνεργος ήταν αυτή ενός λιμενεργάτη που είχε βρεθεί στην αποβάθρα του σταθμού Λαρίσης ημίγυμνος. Στο στήθος του ήταν χαραγμένη με κοπίδι η φράση "σαγαπάειοπωσεγώα πεσμουσεπαρακαλώα". Ήταν η φύση εκείνου του μηνύματος που είχε οδηγήσει τον Ξ. Σαρχίδη στη λύση του μυστηρίου. Τα περιέγραφε όλα στο δέυτερο αποτυχημένο βιβλίο του με τίτλο "Κώδικας Στα Νίση".

Το τηλέφωνο χτύπησε έξι φορές. Ο Σαρχίδης το σήκωσε. Ήταν ο Ιωακείμ Μοντέρναστέχνης, ο ιδιοκτήτης του ομώνυμου μουσείου. Το θέμα ήταν λεπτό. Ένα επιφανές μέλος της κυβέρνησης είχε βρεθεί νεκρό παρέα με ένα αρχαίο άγαλμα κούρου σε στάση 69 στο πωλητήριο του μουσείου. Τα αντικείμενα που είχαν βρεθεί μαζί του περιέπλεκαν την κατάσταση. Η αστυνομία υποπτευόταν σατανιστικές τελετές. Ο Μοντερναστέχνης υποστηρικτής του κυβερνώντος κόμματος και η κόρη του -εξίσου κόμματος- δεν ήθελαν να δωθεί δημοσιότητα.

Ήταν η ευκαιρία της ζωής του. Ο Ξ. Σαρχίδης έκλεισε το τηλέφωνο και έσβησε το τσιγάρο του κάπου ανάμεσα στο τηλεκοντρόλ και το αντίτυπο του "Η Μαύρη Χάλια". Βγήκε στο δρόμο. Λίγο περπάτημα θα του έκανε καλό και επιπλέον στο πορτοφόλι του είχε μόνο ένα εξιτήριο και για το λεωφορείο χρειαζόταν ακριβώς το αντίθετο. Έφτασε εξουθενωμένος στο Μουσείο Μοντερναστέχνης στις τρείς τη νύχτα. Ο ιδιοκτήτης του μουσείου τον περίμενε στο πωλητήριο.

Το θέαμα ήταν φρικτό. Ο υπουργός παιδείας κείτοταν γυμνός και αντιστρόφως επίκουρος -δηλαδή ανάποδα επάνω στον κούρο. Γύρω του πάνω σε κυκλικές ράγες γυρνούσε ένα παιδικό τρενάκι με μπαταρίες. Τα οπίσθιά του ήταν καλυμμένα από το τελευταίο τεύχος του περιοδικού καπνιστριών Madame Fougaro. Δίπλα στο πρόσωπο του κούρου τα κεράκια μιας τούρτας γενεθλίων συνέχιζαν να καίνε και ένας ξύλινος ταϊλανδέζικος δονητής ήταν προσεκτικά τοποθετημένος μέσα σε ένα βάζο μαρμελάδας κεράσι. Θρύψαλα από χριστουγεννιάτικες μπάλες ήταν διάσπαρτα στα μαλλιά του υπουργού και μια κηλίδα αίμα από το λαιμό του σχημάτιζε στο μάρμαρο το γνωστό παπάκι των emails (@). Η ατμόσφαιρα μύριζε βασιλικό. Η αλάνθαστη όσφρηση του Ξ. Σαρχίδη επιβεβαιώθηκε όταν πρόσεξε πως στην αριστερή φτέρνα του υπουργού ήταν καρφωμένη μια πηρουνιά ταλιατέλες με πέστο. Το φρικαλέο σκηνικό συμπλήρωναν δύο γάντια του μποξ, ένα προφυλακτικό με γεύση πορτοκάλι, ένας γεμιστήρας οπλοπολυβόλου και ένας ηλεκτρονικός κόφτης γύρου με το καλώδιό του τυλιγμένο προσεκτικά στον δεξιό αντίχειρα του θύματος. Δύο χαρτονομίσματα των πενήντα ευρώ τυλιγμένα μασούρι στόλιζαν τα δύο αυτιά του υπουργού.

Ο Ξ. Σαρχίδης έβγαλε μια λαβίδα και αφαιρώντας προσεκτικά τα δύο πενηντόευρα τα τοποθέτησε σε μια πλαστική θήκη την οποία και τσέπωσε.

"Πόσος χρόνος θα σας χρειαστεί για την έρευνα;", ρώτησε ο Μοντερναστέχνης.
"Δεν χρειάζομαι χρόνο", είπε ο Σαρχίδης "γνωρίζω ήδη τον ένοχο".
"Ποιός είναι;", ρώτησε συγκινημένος ο μουσειάς.
"Πόσα δίνετε;"
"1000 ευρώ".
"Πέντε", είπε ο Σαρχίδης.
"Δύο", αντιπρότεινε ο Μοντερναστέτοιος.
"Τέσσερα ακατέβατα", είπε ο Σαρχίδης.
"Αποκλείεται!", είπε ο Ιωακείμ Μοντερναστέχνης.
"Ε, παρ' τα αρχίδια μου", είπε ο διάσημος ντετέκτιβ και κλωτσώντας εκνευρισμένος το βάζο μαρμελάδα με το δονητή βγήκε από το μουσείο.

Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Ο συγγραφέας-ντετέκτιβ Ξ. Σαρχίδης έβγαλε το σακουλάκι με τα πενηντόευρα. Αγόρασε τσιγάρα για όλη την εβδομάδα και με τα ρέστα πήρε ταξί για το σπίτι. Η ώρα για το καθιερωμένο τοστ τζαμπόν πλησίαζε.

Δεν υπάρχουν σχόλια: