Πέμπτη, 22 Μαρτίου 2007

ΟΡΧΙΔΕΕΣ ΣΤΟ ΜΠΑΝΙΟ

Μια προσωπική υπόθεση του Ντετέκτιβ Ξ. Σαρχίδη

Η παραμονή της Καθαρής Δευτέρας έπεφτε Κυριακή. Μια Κυριακή οδυνηρή για τον συγγραφέα ντετέκτιβ Ξ. Σαρχίδη. Είχε κατέβει για μια Κυριακάτικη χωρίς το DVD, βόλτα στο κέντρο. Φορούσε την πανάθλια καμπαρντίνα του κι από μέσα ένα διαφημιστικό T-shirt της Interamerican. Πέρασε μέσα από μια διαδήλωση φιλολόγων που διαδήλωναν πως τα παραδοσιακά άρθρα ήταν τα ο-η-το-του-τον-της κτλ και ότι το άρθρο 16 δεν είχε καμμία θέση μέσα σε αυτά. Ο γνωστός καθηγητής Χαράλαμπος Νιώτης γνωστός και ώς Μπάμπης οδηγούσε την πορεία με την τεράστια ντουντούκα του. Δίπλα του ένας παρατρεχάμενος ηχογραφούσε τα συνθήματα σε CD. Στο τέλος της ημέρας όλα τα CD με τα συνθήματα αποστέλονταν στο CDονιστικό της Αθήνας. Κάποιος από τους διαδηλωτές πρόσεξε το ..american στο T-shirt του Σαρχίδη και τον θεώρησε ασφαλίτη, ένας δεύτερος το είδε ολόκληρο και τον θεώρησε ασφαλιστή. Και οι δύο του την έπεσαν για δικούς τους λόγους ο καθένας και φώναξαν κι άλλους διαδηλωτές. Άρχισαν να τον φτύνουν και να τον κλωτσούν με τις μπότες τους. Μετά το αναπάντεχο αυτό ροχαλητό και το ασταμάτητο μπότοξ ο Σαρχίδης σηκώθηκε σαν να μην συνέβαινε τίποτα και γύρισε στο σπίτι.

Την επομένη ήταν καθαρή Δευτέρα και ο Σαρχίδης προετοιμάστηκε για το καθιερωμένο ετήσιο μπάνιο του. Καθώς σαπουνιζόταν, από τη σκέψη του περνούσαν οι γυναίκες της μίζερης ζωής του. Αυτές οι μικρές αναλαμπές ευτυχίας και έμπνευσης που είχαν γυναικεία ονόματα. H Βάλερυ Άννα, η Πέτρα Τουσκανδάλου, Η Μαρί Ζακώχ, η Muna Gelostucharlie. Το σαπούνισμα έφτασε επιτέλους στους όρχεις. Ήταν η μαγική στιγμή. Όταν ο συγγραφέας ντετέκτιβ Ξ. Σαρχίδης σαπούνιζε τους όρχεις του, του έρχονταν οι καλύτερες ιδέες για αστυνομικά μυθιστορήματα. Ο Σαρχίδης το γνώριζε κι είχε κρεμάσει ένα μπλοκάκι σημειώσεων στο μπάνιο για να σημειώνει τις ορχιδέες του.

Το παράξενο αυτό brainstorming διέκοψε ο ήχος του τηλεφώνου. Ήταν ο Άλκης Τις, πρώτος ψάλτης στην εκκλησία του Αγίου Ανήμερα και συμμαθητής του Σαρχίδη από το Δημοτικό. Δεν ήταν καμμιά φοβερή υπόθεση που να εμπλέκει πολιτικούς και υψηλόβαθμα στελέχη εταιριών. Ήταν η γιαγιά του Άλκη Τι. Είχε εξαφανιστεί από την προηγούμενη δευτέρα και ο φτωχός ψάλτης είχε μόνο τον παλιό του συμμαθητή για να εναποθέσει τις ελπίδες του. Ο Σαρχίδης σκούπισε τα σαπούνια με την πετσέτα. Ο Τις έπταιγε για τη διακοπή του μπάνιου. Αυτό ήταν σίγουρο. Αλλά τίς έπταιγε για την εξαφάνιση της γιαγιάς;

Ενώ ντυνόταν άνοιξε την τηλεόραση. Οι τηλεμουφτήδες της πρωινής ζώνης είχαν διακόψει ταυτόχρονα τα λαϊκά τους δικαστήρια για ένα μικρό διαφημιστικό διάλειμμα. Την οθόνη γέμισε η διαφήμιση του πολυκαταστήματος παιχνιδιών του μεγαλοεπιχειρηματία Τζάμπου. Ένα παιδάκι είχε στήσει ένα τεράστιο στόχο στην αυλή του σπιτιού και ετοιμαζόταν να παίξει σκοποβολή με την πλαστική του καραμπίνα. Πίσω από το στόχο είχε κρύψει δεμένη και φιμωμένη τη γιαγιά του. Έπειτα καλούσε τον πατέρα του να παίξουν μαζί σκοποβολή. Την ώρα που ο άμοιρος πατέρας ετοιμαζόταν να ενδώσει, το παιδάκι αντικαθιστούσε την πλαστική καραμπίνα με αληθινή. Ο πατέρας πυροβολούσε τελικά τη γιαγιά η οποία έπεφτε, νεκρή από τα σκάγια, στο έδαφος γεμίζοντας αίματα το γρασίδι. Το παιδάκι κοιτώντας τον έντρομο πατέρα ούρλιαζε από την οδύνη που είχε χάσει τόσο βάναυσα την μονάκριβη γιαγιά του. Αμέσως μετά, ένα κοντινό πλάνο έδειχνε τον μικρό προβοκάτορα που αναφωνούσε: "θα σε συγχωρέσω... Πάμε Τζάμπου τώρα!".

Ο Ξ. Σαρχίδης αηδίασε προς στιγμήν με την παιδαγωγική διάσταση της ελληνικής διαφήμισης, αμέσως μετά όμως έφερε στο νου του την εικόνα της νεκρής γιαγιάς. Ήταν φτυστή ο Άλκης Τις. Η εταιρία παραγωγής είχε προφανώς τσιγγουνευτεί τα ειδικά εφφέ, το μακιγιάζ και την αμοιβή της ηθοποιού και είχε αρκεστεί σε μια περαστική γιαγιά και μια πραγματική καραμπίνα. Ο Ξ Σαρχίδης φόρεσε την δερμάτινη θήκη με το όπλο του και βγήκε στο δρόμο. Όχι εκείνος δεν θα τους συγχωρούσε αυτό που έκαναν στη γιαγιά του συμμαθητή του ακόμη κι αν πήγαιναν Τζάμπου τώρα.

-Ακολούθησέ με στο τμήμα, είπε μία ώρα μετά στον Κωνσταντίνο Ωσμίδη διευθυντή μεγάλης διαφημιστικής κάπου στο Χαλάνδρι.

-6 καταχωρήσεις και 1 τηλεοπτικό για τα πανάθλια βιβλία σου Σαρχίδη, αντιπρότεινε ο Κ. Ωσμίδης.

-Ο Ξ. Σαρχίδης δεν ξεπουλάει έτσι εύκολα τις φιλίες του.

-Καλώς. Και μια συνέντευξη στην Ellie Stein.

Μια τηλεοπτική συνεύρεση με τη διάσημη γερμανίδα δημοσιογράφο θα έδινε άλλη ώθηση στη λογοτεχνική καριέρα του Σαρχίδη. Έπρεπε να είναι ηλίθιος για να αρνηθεί. Παρόλαυτά δεν αρνήθηκε.

-Σύμφωνοι, είπε και έδωσε το χέρι του στον Κ. Ωσμίδη.

Γυρνώντας στο σπίτι πληροφορήθηκε από τον τηλεφωνητή ότι ο Άλκης Τις είχε βρει τη γιαγιά του. Παρόλαυτά εκείνος είχε ανταλλάξει ένα άγνωστο θύμα με μια βιβλιοκαμπάνια. Τηλεφώνησε στο τμήμα και έδωσε χωρίς δεύτερη σκέψη το διαφημιστή. Ένα βάρος πέταξε από την ψυχή του Σαρχίδη προς το κοντινότερο γυμναστήριο.

Έβαλε τηλεφωξ. Ένας αρχαιολάγνος επιστήμων αποκάλυπτε στους τηλεθεατές πως οι αρχαίοι πρόγονοί μας δεν είχαν καταφέρει να τριχοτομήσουν το ευθύγραμμο τμήμα γιατί χρησιμοποιούσαν λάθος τρίχες με αποτέλεσμα να σπάνε οι τρίχες πριν κόψουν το ευθύγραμμο τμήμα.

-Τρίχες, αναφώνησε ο Σαρχίδης και του ήρθε μια τέλεια ορχιδέα.

ΦΟΝΟΣ ΣΤΟ SPA

Mια υπόθεση του ντετέκτιβ Ξ. Σαρχίδη


Ο ντετέκτιβ Ξ. Σαρχίδης παρακολουθούσε εδώ και τρείς ώρες ένα ντοκιμαντέρ για τον αυνανισμό των θαλασσίων ελεφάντων. Κάπνιζε σιωπηλά και κάθε τόσο αναφωνούσε "Τί μαλακισμένα ζώα...". Η αλήθεια ήταν ότι ούτε τα εν λόγω ζώα ούτε ο αυνανισμός τους τον ενδιέφεραν ιδιαίτερα. Ο Ξ. Σαρχίδης αρεσκόταν να παρακολουθεί ντοκυμαντέρ με υποβρύχια πλάνα. Του θύμιζαν τις ηρωικές μέρες του στους ΕΠΕΝΔΥΤΕΣ, επίλεκτη ομάδα υποβρυχίων καταστροφών γνωστού ακροδεξιού κόμματος. Το χτύπημα του τηλεφώνου, συνέπεσε με την εκσπερμάτωση ενός θαλασσίου ελέφαντα τον Βορείων θαλασσών.

Ήταν ο Ανέστης Γκοραμένος, νονός της Αθηναϊκής νύχτας, έμπορος οπλών (από βοοειδή και άλογα) και ιδιοκτήτης της μεγαλύτερης αλυσίδας SPA για κυράτσες της υψηλής κοινωνίας. Οι βασιλικές περιποιήσεις των αισθητικών και των μασέρ που απολάμβαναν οι σύζυγοι υψηλόβαθμων αστυνομικών, στρατιωτικών και βιομηχάνων χάριζαν στις επιχειρήσεις του Γκοραμένου την απαραίτητη ανώνυμία. Το γεγονός ακόμη ότι είχε αρκετούς γνωστούς στις τάξεις των γνωστών αγνώστων συνέβαλε στο ότι ενώ στα άλλα SPA της περιοχής, επιτίθονταν συχνά με αυτοσχέδιες μολότοφ από μπουκάλια μπύρας, τα SPA Γκοραμένος παρέμεναν χρόνια στο αμπυρόβλητο.

Ο Γκοραμένος κάλεσε το διάσημο ντετέκτιβ στο SPA του στην Πατησίων. Μία επιφανής πελάτισσα είχε πυροβοληθεί στο κεφάλι, είχε συρθεί έπειτα στα λασπόλουτρα, είχε αλοιφθεί με κρέμα σώματος και είχε ψηθεί με αιθέρια έλαια στο solarium στους 150 βαθμούς για δύο ώρες. Ο δράστης αυτής της ανεκδιήγητης μαμαλακείας είχε φροντίσει να εκτελέσει τη μαγειρική του την ώρα που οι περισσότερες πελάτισσες είχαν τα μάτια τους καλυμμένα με φέτες από αγγούρι κι έτσι κανείς δεν έχει δει το πρόσωπό του.

Ο Σαρχίδης διέταξε να μην κινηθεί κανείς από τη θέση του. Έφτασε στο SPA της Πατησίων κι έκανε σχολαστική σωματική έρευνα σε όλες τις πελάτισσες, ασχολία που του ξύπνησε ορμές θαλάσσιου ελέφαντα.

Στα ντους των γυναικών ανακάλυψε τραβώντας την κουρτίνα ένα σαρανταπεντάρι Smith & Wesson τόσο καλοδιατηρημένο που φαινόταν τριαντάρι. Στην κάνη του ήταν βιδωμένος ένας χρυσός σιγαστήρας Cartier με πολύτιμους λίθους και κρύσταλλα Swarowski. Ο Σαρχίδης είχε δει κι άλλους τέτοιους σιγαστήρες όταν υπηρετούσε στην πολιτοφυλακή του Saint Derfor. Οι γάλλοι τους αποκαλούσαν Χαϊλέ Σιλανσιέ και ήταν απόδειξη του πλούτου και της χαΐλας του δολοφόνου.

Ο Σαρχίδης ξεβίδωσε το σιγαστήρα, τον έβαλε στην τσέπη του και βίδωσε στη θέση του αυτόν από το δικό του περίστροφο τύπου Τ-Spouch-Ass. Με το όπλο ανά χείρας μπήκε στο γραφείο του Γκοραμένου να του ανακοινώσει τα αποτελέσματα της έρευνας. Ο Γκοραμένος είδε το όπλο με το σιγαστήρα και αναφώνησε"

-Τ-Spouch-Ass, θεέ μου τί μπαναλιτέ, τι βηταδούρα, με εκπλήσσετε αγαπητέ Ξενοφόντα.

Ο Σαρχίδης κόλλησε το μπανάλ σιγαστήρα του στον κρόταφο του Γκοραμένου. Η αντίδραση του νονού της νύχτας στη θέα του σιγαστήρα Τ-Spouch-Ass δεν άφηνε περιθώρια αμφιβολίας...

-Γιατί τη σκότωσες κατακάθι της κοινωνίας;

-Μου χρωστούσε δύο επισκέψεις και ένα μασάζ... Και δεν τη σκότωσα, τη μαγείρεψα.

-Γιουράντερ Αρέστ, συνέχισε ο Σαρχίδης.

-Πώς ξέρεις το πραγματικό μου όνομα;

-Σε παρακολουθώ από όταν ήρθες από τη Γεωργία Γιούρι. Ήμουν η σκιά σου.

-Δεν έχει σημασία πια. Δεν μπορείς να με καταδώσεις... Γνωρίζω τα πάντα για το παρελθόν σου ΕΠΕΝΔΥΤΗ Σαρχίδη. Η σιωπή μου σε κρατά ακόμη στο αμπυρόβλητο...

Ο Ξ. Σαρχίδης τράβηξε τη σκανδάλη. Ο νονός έπεσε νεκρός στο έδαφος. Η αθηναϊκή νύχτα θα έπρεπε από δω και πέρα να αγοράζει μόνη, τη λαμπάδα της για την ανάσταση.

Ο Σαρχίδης βγήκε από την είσοδο του SPA στη χειμωνιάτικη Πατησίων. Γύρισε για να ρίξει μια τελευταία ματιά στην ταμπέλα. Φαντάστηκε τον εαυτό του λυτρωμένο από την αφραγκία και το άγχος της ζωής του ιδιωτικού αστυνομικού. Άν είχε το κεφάλαιο να ανοίξει ένα δικό του SPA θα χεζόταν στο τάληρο και θα περιστοιχιζόταν καθημερινώς από ωραιοπαθείς γκομενάρες που θα ζητούσαν τις συμβουλές του. Τράβηξε μια τζούρα από το τσιγάρο του και μέσα στον καπνό είδε το όνομά του γραμμένο με μεγάλα γράμματα στην ταμπέλα. "SPA Σαρχίδης".

ΤΟΣΤ ΤΖΑΜΠΟΝ

Μια υπόθεση του ντετέκτιβ Ξ. Σαρχίδη

Ο ντετέκτιβ Ξ. Σαρχίδης άφησε την καύτρα του τσιγάρου να του λερώσει το χρόνια άπλυτο leave ice τζιν. Καταβρόχθισε την τελευταία μπουκιά από το πρωινό του τοστ και ξέπλυνε το στόμα του με μια τελευταία γουλιά ουίσκι. Το πρωινό τοστ φτιαγμένο με τη φθηνότερη χοιρινή ωμοπλάτη της αγοράς (γνωστής και ως τζαμπόν) ήταν μια από τις ελάχιστες ιεροτελεστίες που ο Ντετέκτιβ Ξ. Σαρχίδης επέτρεπε στον εαυτό του. Ο διασχημότερος συγγραφέας ντετέκτιβ της Αθήνας πάτησε το λιγδιασμένο κουμπί του τηλεκοντρόλ και η μόλις ελαχίστων ιντσών τηλεόραση, αποκάλυψε ένα από τα copy-paste πρωινά ντουέτα ηλιθίων που καλούν πολιτικούς για να τους βρίσουν και διαβάζουν εξώφυλλα εφημερίδων δείχνοντας ένα - ένα τα γράμματα με το στυλό.

Έκλεισε την τηλεόραση και ακούμπησε το τηλεκοντρόλ πάνω σε ένα αντίτυπο του τελευταίου του βιβλίου. Στο "Η Μαύρη Χάλια" που είχε πουλήσει μόλις δύο αντίτυπα στα αθηναϊκά βιβλιοπωλεία, ο Σαρχίδης εξιστορούσε την εξιχνίαση της δολοφονίας μιας μάλλον άσχημης σχεδιάστριας μόδας από τη Γκαμπόν. Η παρουσίαση είχε γίνει στο βιβλιοπωλείο Ελευθερου-Δάκη που είχε ανοίξει γνωστός τραγουδιστής μετά την αποφυλάκισή του. Παρούσα ήταν μόνο η ηλικιωμένη Κυρία Σαρχίδη μητέρα του συγγραφέα-ντετέκτιβ και η τότε ερωμένη του, βορειοαμερικανή μοντέλα Cindy Recorder.

"Μεγάλες μέρες", σκέφτηκε ο Σαρχίδης και χρησιμοποιώντας το ετοιμοθάνατο τσιγάρο του άναψε το επόμενο. Η τελευταία δολοφονία που είχε εξιχνιάσει πριν μείνει ολοκληρωτικά άνεργος ήταν αυτή ενός λιμενεργάτη που είχε βρεθεί στην αποβάθρα του σταθμού Λαρίσης ημίγυμνος. Στο στήθος του ήταν χαραγμένη με κοπίδι η φράση "σαγαπάειοπωσεγώα πεσμουσεπαρακαλώα". Ήταν η φύση εκείνου του μηνύματος που είχε οδηγήσει τον Ξ. Σαρχίδη στη λύση του μυστηρίου. Τα περιέγραφε όλα στο δέυτερο αποτυχημένο βιβλίο του με τίτλο "Κώδικας Στα Νίση".

Το τηλέφωνο χτύπησε έξι φορές. Ο Σαρχίδης το σήκωσε. Ήταν ο Ιωακείμ Μοντέρναστέχνης, ο ιδιοκτήτης του ομώνυμου μουσείου. Το θέμα ήταν λεπτό. Ένα επιφανές μέλος της κυβέρνησης είχε βρεθεί νεκρό παρέα με ένα αρχαίο άγαλμα κούρου σε στάση 69 στο πωλητήριο του μουσείου. Τα αντικείμενα που είχαν βρεθεί μαζί του περιέπλεκαν την κατάσταση. Η αστυνομία υποπτευόταν σατανιστικές τελετές. Ο Μοντερναστέχνης υποστηρικτής του κυβερνώντος κόμματος και η κόρη του -εξίσου κόμματος- δεν ήθελαν να δωθεί δημοσιότητα.

Ήταν η ευκαιρία της ζωής του. Ο Ξ. Σαρχίδης έκλεισε το τηλέφωνο και έσβησε το τσιγάρο του κάπου ανάμεσα στο τηλεκοντρόλ και το αντίτυπο του "Η Μαύρη Χάλια". Βγήκε στο δρόμο. Λίγο περπάτημα θα του έκανε καλό και επιπλέον στο πορτοφόλι του είχε μόνο ένα εξιτήριο και για το λεωφορείο χρειαζόταν ακριβώς το αντίθετο. Έφτασε εξουθενωμένος στο Μουσείο Μοντερναστέχνης στις τρείς τη νύχτα. Ο ιδιοκτήτης του μουσείου τον περίμενε στο πωλητήριο.

Το θέαμα ήταν φρικτό. Ο υπουργός παιδείας κείτοταν γυμνός και αντιστρόφως επίκουρος -δηλαδή ανάποδα επάνω στον κούρο. Γύρω του πάνω σε κυκλικές ράγες γυρνούσε ένα παιδικό τρενάκι με μπαταρίες. Τα οπίσθιά του ήταν καλυμμένα από το τελευταίο τεύχος του περιοδικού καπνιστριών Madame Fougaro. Δίπλα στο πρόσωπο του κούρου τα κεράκια μιας τούρτας γενεθλίων συνέχιζαν να καίνε και ένας ξύλινος ταϊλανδέζικος δονητής ήταν προσεκτικά τοποθετημένος μέσα σε ένα βάζο μαρμελάδας κεράσι. Θρύψαλα από χριστουγεννιάτικες μπάλες ήταν διάσπαρτα στα μαλλιά του υπουργού και μια κηλίδα αίμα από το λαιμό του σχημάτιζε στο μάρμαρο το γνωστό παπάκι των emails (@). Η ατμόσφαιρα μύριζε βασιλικό. Η αλάνθαστη όσφρηση του Ξ. Σαρχίδη επιβεβαιώθηκε όταν πρόσεξε πως στην αριστερή φτέρνα του υπουργού ήταν καρφωμένη μια πηρουνιά ταλιατέλες με πέστο. Το φρικαλέο σκηνικό συμπλήρωναν δύο γάντια του μποξ, ένα προφυλακτικό με γεύση πορτοκάλι, ένας γεμιστήρας οπλοπολυβόλου και ένας ηλεκτρονικός κόφτης γύρου με το καλώδιό του τυλιγμένο προσεκτικά στον δεξιό αντίχειρα του θύματος. Δύο χαρτονομίσματα των πενήντα ευρώ τυλιγμένα μασούρι στόλιζαν τα δύο αυτιά του υπουργού.

Ο Ξ. Σαρχίδης έβγαλε μια λαβίδα και αφαιρώντας προσεκτικά τα δύο πενηντόευρα τα τοποθέτησε σε μια πλαστική θήκη την οποία και τσέπωσε.

"Πόσος χρόνος θα σας χρειαστεί για την έρευνα;", ρώτησε ο Μοντερναστέχνης.
"Δεν χρειάζομαι χρόνο", είπε ο Σαρχίδης "γνωρίζω ήδη τον ένοχο".
"Ποιός είναι;", ρώτησε συγκινημένος ο μουσειάς.
"Πόσα δίνετε;"
"1000 ευρώ".
"Πέντε", είπε ο Σαρχίδης.
"Δύο", αντιπρότεινε ο Μοντερναστέτοιος.
"Τέσσερα ακατέβατα", είπε ο Σαρχίδης.
"Αποκλείεται!", είπε ο Ιωακείμ Μοντερναστέχνης.
"Ε, παρ' τα αρχίδια μου", είπε ο διάσημος ντετέκτιβ και κλωτσώντας εκνευρισμένος το βάζο μαρμελάδα με το δονητή βγήκε από το μουσείο.

Είχε αρχίσει να ξημερώνει. Ο συγγραφέας-ντετέκτιβ Ξ. Σαρχίδης έβγαλε το σακουλάκι με τα πενηντόευρα. Αγόρασε τσιγάρα για όλη την εβδομάδα και με τα ρέστα πήρε ταξί για το σπίτι. Η ώρα για το καθιερωμένο τοστ τζαμπόν πλησίαζε.